Ελένα Λάζαρ: ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΧΩΡΟ (Μέρος 2)

Εκτύπωση

Πέμπτη, 05 Σεπτέμβριος 2013 16:19

Ρουμανικός Φιλελληνισμός

Η  σταθερή παρουσία των Ελλήνων  στο έδαφος της σημερινής Ρουμανίας δημιούργησε στη ψυχή των Ρουμάνων αισθήματα που γνώρισαν διάφορους τόνους  από μια εποχή στην άλλη. Η πρώτη γενεά ρουμάνων ιστορικών του 19ο αιώνα καλλιέργησε τον αντιφαναριωτισμό, που πολλές φορές εξομοιώθηκε με τον αντιελληνισμό. Ωστόσο, ο φιλελληνισμός, αν και αρχίζει να σχηματίζεται ως   αυτόνομο κίνημα στο ρουμανικό  πολιτισμό  στο κατώφλι  του 20ου αιώνα, εντούτοις υπήρχε από πολύ πριν. Οι αποδείξεις της ύπαρξής του βρίσκονται αμέτρητες στους προηγούμενους αιώνες.

Αν κοιτάζει κανείς τη ρουμανική λαογραφία, που είναι πιστός καθρέφτης της λαϊκής νοοτροπίας,
θα διαπιστώσει ότι ο Ρουμάνος πάντα  έτρεφε συμπάθεια για τον Έλληνα, τον έβλεπε ως φίλο, ώς  ομόθρησκο με τον οποίο μοιραζόταν τις ίδιες αντιξοότητες. Μια προσεκτική συγκριτική μελέτη των νοοτροπιών θα μπορούσε να μας προσφέρει χτυπητές ομοιότητες και συγγένειες μεταξύ των δύο λαών. Ελληνικά λογοτεχνικά έργα ριζώνουν στη ρουμανική γη, γίνονται λαϊκά αναγνώσματα. Τα αριστουργήματα του κρητικού θεάτρου, η Ερωφίλη και ο Ερωτόκριτος γνωρίζουν μεγάλη απήχηση. Ο Ερωτόκριτος μεταφράζεται δυο φορές ακόμα από το 18ο αιώνα και εκδίδεται δυο φορές το 19ο αιώνα. Τον Θούριο, το επαναστατικό εμβατήριο του ‘’νέου Τιρταίου της Ελλάδας’’, Ρήγα Βελεστινλή, τον τραγουδούσαν με ενθουσιασμό οι κάτοικοι του Βουκουρεστίου στην αρχή του 19ου αιώνα.  Ο Θούριος επανεκδίδεται στο Ιάσιο το 1821, στη συλλογή Ασματα και πονημάτια διαφόρων. Το πρώτο φύλλο της Χάρτας της Ελλάδας του Ρήγα επανεκδίδεται το 1885 από το δημοσιογράφο και συγγραφέα Θωμά Πασχίδη ‘’εν Βουκουρεστίοις της Δακίας’’, η Χάρτα της Μολδαβίας μεταφράζεται στα ρουμανικά και επανεκδίδεται το 1924 από τη Νομαρχία Ιασίου.  Ο Ion Heliade Rădulescu (1802-1872 ) (πρώην μαθητής του Κωνσταντίνου Βαρδαλάχου), πρόδρομος του ρουμανικού πολιτισμού, φίλος του Χιώτη επιστήμονα  από το Παρίσι, Αδαμάντιου Κοραή, με τον οποίο αλληλογραφούσε, έμαθε τα νεοελληνικά και ήταν τόσο αφοσιωμένος στο ελληνικό ιδεώδες, ώστε πρόσθεσε στο όνομα του και το επίθετο Ηλιάδης. Ο Mihai Eminescu (1850-1889), ο ‘’Παλαμάς της Ρουμανίας’’, αν και δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ελλάδα, έτρεφε  βαθύ θαυμασμό γι’ αυτήν (‘’Ο, Ελλάδα, Πάνθεον είναι όλη η γη σου’’). ‘’Ο ελληνικός πολιτισμός, ιδιαίτερα η μυθολογία και  ο φιλοσοφικός στοχασμός έχουν ασκήσει αληθινή μαγεία πάνω στον Εμινέσκου’’ (Cezar Papacostea).

Ως τα μισά του 19ου αιώνα η νεοελληνική γλώσσα κατέχει προνομιούχα θέση. Αξιοσημείωτο είναι ότι στη γλωσσική διαμάχη μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, διαμάχη που αναπτύχθηκε και στις Ρουμανικές Χώρες, οι Ρουμάνοι λόγιοι εκφράζουν τη προτίμησή τους για τη δημοτική. Μετά το 1850 οι κλασσικές γλώσσες, η λατινική και η αρχαία ελληνική, γίνονται ‘’ η βάση των σπουδών’’ , κατά τη γνώμη του ιστορικού Α. Δ. Ξενόπολ. Υιοθετώντας την άποψη του Ρουμάνου επιστήμονα και ηγεμόνα Δημητρίου Καντεμίρ, ότι Έλληνας δεν είναι μόνον αυτός που γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά οποιοσδήποτε τρέφεται από το θησαυρό της ζωής των Ελλήνων και του πολιτισμού τους,   ο ρουμανικός πολιτισμός  απέδειξε σταθερή αφοσίωση προς  τις κλασσικές αξίες. Στον τομέα των κλασσικών σπουδών, η παράδοση των οποίων ξεπερνάει ένα μισό αιώνα, διακρίθηκαν λαμπρές προσωπικότητες όπως ο Αλέξανδρος Odobescu (1834-1895),  υπό την καθοδήγηση του οποίου καθιερώθηκαν πολλοί ελληνιστές, ο Vasile Pârvan (1882-1927), επονομασμένος     ‘’ ο Νέος Σωκράτης’’, ιδρυτής της ρουμανικής σχολής αρχαιολογίας,  ο Tudor Vianu (1897-1964), που λάτρευε το ιδεώδες της Καλοκαγαθίας, ο φιλόσοφος Constantin Noica (1909-1987), μεταφραστής του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη ή του Κορυδαλλέα, ο George Murnu, που μετέφρασε τα ομηρική έπη.

Παράλληλα με τις κλασσικές σπουδές, στη Ρουμανία ανθίζει, στο τέλος του 19ου αιώνα, μια περίφημη σχολή βυζαντινολογίας, με τις ανεκτίμητες συμβολές του Nicolae Iorga (1871-1940), ιδρυτή του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών στο Βουκουρέστι, του  Nicolae Bănescu (1878-1971), του  Gheorghe I. Brătianu (1898-1953), του Vasile Grecu (1885-1972) και  πολλών άλλων.

Με την  ίδρυση, το 1914, του Ινστιτούτου Μελέτης της  Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης στη Ρουμανία, εγκαινιάζονται επίσημα οι νεοελληνικές σπουδές. Αρκετοί πάντως Ιστορικοί και μελετητές του νέου ελληνισμού διακρίθηκαν από το 19ο αιώνα ( V. A. Urechia, C. Erbiceanu, E. Hurmuzaki, Al. D. Xenopol, Ioan C. Filitti  κ.ά. ). Η ρουμανική σχολή  νεοελληνικών σπουδών, γνωστή για την ακρίβεια της, γνωρίζει μια  περίοδο ακμής στον μεσοπόλεμο, χάρη στον επιστήμονα Δημοσθένη Ρούσσο (1869-1938), το έργο του οποίου θα συνεχίσουν με επιτυχία  ονόματα όπως η Αριάδνη Καμαριανού-Cioran, ο Nestor Camariano, ο Alexandru Elian, η Maria Marinescu-Himu. Στον κατάλογο των  Ρουμάνων νεοελληνιστών περιλαμβάνονται  και πολλά άλλα ονόματα, μέχρι τους σημερινούς μελετητές του Ινστιτούτου Νοτιο-Ανατολικών Ευροπαικών Σπουδών (που συνεχίζει την παράδοση του Ινστιτούτου του Iorga). Οι καρποί της δουλειάς τους είναι και πιο αξιέπαινοι αν σκεφτεί κανείς τις, συχνά αξεπέραστες, δυσκολίες της κομμουνιστικής εποχής  όπου έζησαν και δούλεψαν οι περισσότεροι απ’ αυτούς.

Φιλορουμανικά αισθήματα των Ελλήνων

Είδαμε τις αιτίες που οδήγησαν στην δημιουργία του ρουμανικού φιλελληνισμού, Αλλά δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε κι ότι τα ίδια ελατήρια, οι ίδιες αιτίες  δημιούργησαν  παρόμοια αισθήματα και στην ψυχή των Ελλήνων.  Εύγλωττο παράδειγμα  αποτελεί ο θεσμός του χορηγού, του Μαικηνα.. Πολλών Ελλήνων που έζησαν στη Ρουμανία τα ονόματα έχουν εγγραφεί στην ιστορία του ρουμανικού πολιτισμού χάρη στις μεγαλόψυχες τους δωρεές. Ο Μητροπολίτης και λόγιος Δοσίθεος Φιλίττις, ο γιατρός και  πολιτικός Απόστολος Αρσάκης, ο Ευάγγελος Ζάππας ή ο Παναγής Χαροκόπος είναι μόνον μερικά λαμπρά παραδείγματα, αλλά ο κατάλογος των Ελλήνων ευεργετών της Ρουμανίας είναι  ακόμα πιο πλούσιος. Άλλο παράδειγμα για τα αμοιβαία αισθήματα των δύο μερών  αφορά στην έκδοση του πρώτου ελληνικού  περιοδικού, ο ‘’Λόγιος Ερμής’’. Η έκδοση του στη Βιέννη  έγινε δυνατή  χάρη στην οικονομική υποστήριξη της Ελληνο-ρουμανικής Φιλολογικής Εταιρείας (που ιδρύθηκε στο Βουκουρέστι το 1810)  με  πρόεδρο Ρουμάνο και γραμματέα Έλληνα. Τα μέλη της Εταιρείας ήταν γνωστοί λόγιοι της εποχής, άρχοντες και έμποροι, Ρουμάνοι και Έλληνες (ανάμεσά τους και ο Αδαμάντιος Κοραής). Οι αποδείξεις αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης είναι αμέτρητες και η παράδοσή τους είναι και σήμερα ισχυρή.

Τα  Ελληνικά Γράμματα στη Ρουμανία

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των ρουμανο-ελληνικών σχέσεων, στην δημιουργία και στην εδραίωση του φαινομένου που αποκαλούμε σήμερα ‘’ρουμανικό φιλελληνισμό’’ κατέχει ο πολιτισμός. Ο σταθερός διάλογος ανάμεσα στους δύο πνευματικούς χώρους γνώρισε στη ροή των αιώνων μορφές εντυπωσιακής ποικιλίας.  Το πρώτο ελληνικό θέατρο λειτούργησε στην αρχή του 19ου αιώνα στην πρωτεύουσα της Μολδαβίας, το δεύτερο στη πρωτεύουσα της Βλαχίας. Από την δεκαετία του 40 του 19ου αιώνα, στο έδαφος της Ρουμανίας κυκλοφόρησαν 31 εφημερίδες ή περιοδικά στην ελληνική γλώσσα. Μερικά απ’ αυτά συνεχίζουν να εκδίδονται ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής λογοτεχνίας δημιουργήθηκε σε ρουμανική γη ( αναφέρω εδώ ότι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα, Φιλοθέου Πάρεργα του ηγεμόνα-λογίου Νικολάου Μαυροκορδάτου γράφτηκε στην αρχή του 18ου αιώνα σε μια πόλη της Τρανσυλβανίας, Alba Iulia. Πολλά άλλα έργα αναφοράς των Ελληνικών Γραμμάτων γράφτηκαν ή εκτυπώθηκαν στην ίδια φιλόξενη εστία των Ρουμανικών Χωρών).

Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι οι αρχές της σύγχρονης ρουμανικής λογοτεχνίας είναι στενά δεμένες με τις αρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η πρώτη γενιά ρουμάνων ποιητών του 19ου αιώνα αναπνέει κάτω απ’ τη ‘’βαριά σκιά’’ (κατά τη έκφραση του Δημαρά) του φαναριώτη Αθανασίου Χριστοπούλου. Οι περισσότεροι ρουμάνοι διανοούμενοι του πρώτου μισού του 19ου αιώνα μιλάνε την ελληνική (είναι πρώην μαθητές την Αυθεντικών Ακαδημιών ή των πολλών ιδιωτικών ελληνικών σχολών) και κάνουν το ντεμπούτο τους στην λογοτεχνία με μεταφράσεις από τα ελληνικά.  Μερικοί, όπως είναι ο Vasile Cârlova, κυπριακής καταγωγής, γράφουν στίχους στα ελληνικά. Η Ελλάδα, κλασσική και σύγχρονη, μένει ακόμα σταθερή πηγή έμπνευσης για ένα σημαντικό αριθμό Ρουμάνων συγγραφέων. Ο εθνικός ποιητής των Ρουμάνων, ο Mihai Eminescu, τον οποίο  ανέφερα και προηγουμένως, άφησε στα χειρόγραφά του δυο παραφράσεις των ομηρικών επών. Στη βιβλιοθήκη του βρισκόταν τόσο ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου όσο και ο Θούριος του Ρήγα. Ο ελληνολάτρης ποιητής Ion Pilat (1891-1944) έγραψε δυο συλλογές με ‘’ελληνικά σονέττα’’. Ποιήματα αλλά και μυθιστόρημα με ελληνικό θέμα έγραψε ο   Duiliu Zamfirescu (1858-1922), πρέσβης της Ρουμανίας στην Ελλάδα. Ο λογοτεχνικός κριτικός Eugen Lovinescu (1881-1922) παρουσίασε το 1909 στο Παρίσι τη διατριβή του με θέμα ‘’Γάλλοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα το 19ο αιώνα’’. Ο λυρισμός του Alexandru Philippide (1900-1979) , απόγονου του λογίου Δανιήλ Φιλιππίδη,  είναι ένα πάντρεμα ανάμεσα στον ελληνικό και τον γετοδακικό πολιτισμό. Τις συγγένειες των δύο λογοτεχνιών τις μελετάει προσεχτικά ο George Călinescu, στη μνημειώδη  του ιστορία της ρουμανικής λογοτεχνίας.

Ο πιο άμεσος τρόπος διαλόγου ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς είναι οι μεταφράσεις. Ότι η Ρουμανία βρίσκεται σε μια από τις πρώτες θέσεις στην Ευρώπη όσον αφορά τον αριθμό μεταφράσεων  δεν πρέπει να ξαφνιάζει κανένα. Η εξήγηση είναι απλή και βρίσκεται σε όσα είπαμε  ως τώρα. Οι πρώτες μεταφράσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας γίνονται το 17ο αιώνα (αρχικά σε χειρόγραφη μορφή, κι έπειτα, από το 1837 και πέρα, σε πολλαπλές εκδόσεις). Μια ματιά στον κατάλογο μεταφράσεων που πραγματοποιήθηκαν στη Ρουμανία, από το 1837, όπου τυπώνεται στο Sibiu ( τη φετινή πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης) η μετάφραση του Νέου Ερωτοκρίτου του Διονυσίου Φωτεινού από την Πάτρα, μέχρι σήμερα, θα μας οδηγήσει σε μια ευχάριστη διαπίστωση – απ’ όλες της λογοτεχνίες των λαών της Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης, η πιο γνωστή στη Ρουμανία είναι η ελληνική λογοτεχνία.

Η εξέλιξη των ρουμανικών  μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας παρουσιάζει μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα  που οφείλονται στη ξεχωριστή θέση που ο ελληνικός πολιτισμός κατέχει στη ρουμανική γη. Ο χάρτης της μεταφρασμένης στα ρουμανικά ελληνικής λογοτεχνίας κάνει εντύπωση όχι μόνο ως προς τον αριθμό  των μεταφρασμένων έργων, αλλά και ως προς την ποικιλία των επιλογών. Από τους 340 τίτλους μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν στη Ρουμανία  τα τελευταία 170 χρόνια, 286 ανήκουν σε 125 συγγραφείς, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι του 20ού  αιώνα, και καλύπτουν σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά είδη.  Η βιβλιογραφία μεταφράσεων περιλαμβάνει επίσης 33 ανθολογίες. Θεματικές ή ανά λογοτεχνικά είδη, οι ανθολογίες προσφέρουν επιλογές από το έργο  250 συγγραφέων, που τα ονόματα των περισσοτέρων είναι γνωστά και ανήκουν σ’ όλες τις εποχές. Αν σε άλλους λογοτεχνικούς χώρους κυριαρχούν οι μεταφράσεις ποίησης, στη Ρουμανία πάνω από το μισό του συνόλου των μεταφρασμένων έργων  προέρχονται απ’ την πεζογραφία. Στη πραγματοποίηση των 340 τίτλων  έχουν συμβάλλει Ρουμάνοι και Ελληνες – 157 μεταφραστές, μερικοί ελληνικής καταγωγής, οι περισσότεροι όμως Ρουμάνοι, 74 ρουμάνοι επιμελητές και 60 Ελληνες.

Ο Καβάφης στη Ρουμανία

Ο  πιο σπουδαίος Έλληνας ποιητής του 20ου αιώνα, ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης είναι και ο πιο μεταφρασμένος Έλληνας ποιητής στη Ρουμανία και σίγουρα ένας από τους πιο αγαπημένους. Με 6 εκδόσεις (5 την τελευταία δεκαετία), αλλά και με τις μεταφράσεις που περιλαμβάνονται στις ποιητικές ανθολογίες ή που δημοσιεύτηκαν  στον  ρουμανικό φιλολογικό τύπο τα τελευταία 50 χρόνια, ο Καβάφης απέκτησε, κατά την έκφραση ενός Ρουμάνου ακαδημαϊκού,  ‘’δικαίωμα πολίτη’’ στον ρουμανικό πολιτισμό.

Ο Καβάφης είναι ο πρώτος – και ο μόνος προς το παρόν – Έλληνας συγγραφέας  τα Άπαντα του οποίου εκδόθηκαν στα ρουμανικά.  Επίσης, ο Κανόνας των 154 ποιημάτων του  κυκλοφόρησε και σε  δίγλωσση έκδοση.

Ίσως η απήχηση που ο Αλεξανδρινός γνωρίζει στη Ρουμανία από 68 χρόνια τώρα οφείλεται και στο γεγονός ότι πολλοί από τους προγόνους του είχαν ρίζες στην Μολδαβία.  Ένας προπάππος του, ο Γιάννης Καβάφης (1701-1762) διετέλεσε, το 1750, ‘’κυβερνήτης Ιασίου’’. Θείες του και άλλοι συγγενείς κατάγονται από την πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Το 1868 ο εμπορικός οίκος του πατέρα του έκανε εμπόριο με σιτάρι στο Δούναβη, στη Βλαχία. Οι πρώτες μεταφράσεις ποιημάτων του έγιναν το 1939, ο πρώτος τόμος με τα Αναγνωρισμένα εκδόθηκε το 1971. Τα πιο γνωστά ποιήματά του (Περιμένοντας τους βαρβάρους,  Ιθάκη, Τα κεριά κτλ.) μεταφράστηκαν περισσότερες φορές από σημαντικούς Ρουμάνους μεταφραστές. Παράλληλα, το έργο του έγινε θέμα διατριβών των νέων μελετητών ή αγαπημένο θέμα των λογοτεχνικών κριτικών. Ο ελληνο-ρουμάνος φιλόλογος και κριτικός Βίκτωρ Ιβάνοβιτς βρήκε Ρουμάνους ποιητές που γράφουν à la manière de Καβάφη, ένας Έλληνας καθηγητής από το Παρίσι, ο Κωνσταντίνος Μακρής, ταύτισε  καβαφικές απηχήσεις στο έργο μερικών σπουδαίων ρουμάνων ποιητών .

Ο Καζαντζάκης στη Ρουμανία

Αν ο  Αλεξανδρινός μένει ο πιο γνωστός Έλληνας ποιητής στη Ρουμανία, ο κρητικός Νίκος Καζαντζάκης είναι ο πιο μεταφρασμένος Έλληνας πεζογράφος και, πιθανόν, ο πιο αγαπημένος, αν και ο ρουμάνος αναγνώστης έχει στη διάθεση του πολλά άλλα έργα των κλασσικών της ελληνικής πεζογραφίας.

Οι πρώτες μεταφράσεις από τον Καζαντζάκη γίνονται  πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και οφείλονται στο ρουμάνο Pericle Martinescu που το 1937 ταξίδεψε στην Αίγινα για να γνωρίσει τον συγγραφέα. Η Ρουμανία έγινε όμως οικεία στον Καζαντζάκη και στη συντρόφισσα του Ελένη, πολύ πριν από τη γνωριμία με τον Martinescu χάρη στη συνάντησή τους με τον ελληνο-ρουμανο-γάλλο Παναίτ Ιστράτι. Ο Καζαντζάκης ταξιδεύει με τον Ιστράτι , το φθινόπωρο του 1927, στη Σοβιετική Ενωση και από κει φθάνουν μαζί, τον Δεκέμβρη, στην Αθήνα. Είναι το πρώτο και το μοναδικό ταξίδι  του Ιστράτι στην πατρίδα του πατέρα του (ο πατέρας του, Γεώργιος Βαλσάμης, κατάγεται από τη Κεφαλλονιά). Ο Καζαντζάκης δημοσιεύει στην ‘’Πρωία’’ ένα εγκωμιαστικό άρθρο για τον φίλο του από τη Βράιλα και τον Ιανουάριο 1928, στο θέατρο Αλάμβρα, παρουσιάζουν οι δυο τις εντυπώσεις τους από το ταξίδι στη Ρωσία, γεγονός που καταλήγει σε απέλαση του Ιστράτι. Οι επιστολές που αντάλλάξαν οι δυο τιτάνες των Γραμμάτων αποτελούν σήμερα πολύτιμο ντοκουμέντο για την  ιστορία της λογοτεχνίας. Για τον ‘’ασύγκριτο μας Παναΐτ’’ η Ελένη Καζαντζάκη γράφει ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1938 στο Σαντιάγο της Χιλής.

Από το 1962, όταν εκδόθηκε στο Βουκουρέστι ο Καπετάν Μιχάλης, μέχρι το 2006, όταν κυκλοφόρησε η έκτη έκδοση του Αλέξη Ζορμπά, από το έργο του Καζαντζάκη μεταφράστηκαν στα ρουμανικά 9 τίτλοι σε 15 εκδόσεις. Τα τιράζ των έργων αυτών έφθασαν και τα 100 000 αντίτυπα για μια έκδοση (η περίπτωση του έργου Χριστός ξανασταυρώνεται).  Επί εποχής του κομμουνισμού οι εκδόσεις του Καζαντζάκη αποτελούσαν το πιο εμπνευσμένο και πολύτιμο δώρο για φίλους. Εντυπωσιακή είναι και η βιβλιογραφία των μεταφράσεων από έργα του Νίκου Καζαντζάκη στον φιλολογικό τύπο. Το έργο του Κρητικού είναι επίσης αντικείμενο μελέτης για τους κριτικούς. Το πιο πρόσφατο δείγμα, ο τόμος Συγγραφείς ανάμεσα σε Σειρήνες  αφιερωμένος το 2006 στον Παναίτ Ιστράτι και Νίκο Καζαντζάκη από ρουμάνο κριτικό.

Όπως  μπορούμε να διαπιστώσουμε, οι δύο κλασσικοί της ελληνικής λογοτεχνίας όχι μόνον μεταφράζονται πολλές φορές, όχι μόνον είναι δεκτοί σε επίπεδο μάζας (περίπτωση του Καζαντζάκη), αλλά και αφομοιώνονται από τον ρουμανικό πολιτισμό με την επίδραση  που ασκούν πάνω στους ρουμάνους συναδέλφους τους (περίπτωση του Καβάφη)  και το ενδιαφέρον  που το έργο τους παρουσιάζει για τους ρουμάνους  ιστορικούς και κριτικούς της λογοτεχνίας.

Η περίπτωσή τους – χωρίς να είναι μοναδική – εικονίζει, νομίζουμε, τη συνέχεια και το βάθος των φιλελληνικών αισθημάτων των Ρουμάνων. Τέτοια αισθήματα είχαν την ευκαιρία να διαπιστώσουν οι πολλοί Έλληνες ταξιδιώτες στην Ρουμανία  - από συγγραφείς ( ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, Ο Αγγελος Τερζάκης, ο Πέτρος Χάρης, ο Τάκης Χατζηαναγνώστου), ερευνητές, ανθρώπους των Γραμμάτων ή επισημότητες μέχρι επιχειρηματίες, φοιτητές ή απλούς τουρίστες.

Συμπεράσματα

Προσπάθησα να σχεδιάσω εδώ, συνοπτικά, σε πολύ γενικές γραμμές, τις κύριες στιγμές της ιστορίας των Ελλήνων της Ρουμανίας καθώς και μερικούς από τους πολλούς τομείς όπου αυτοί άφησαν αναμφίβολη σφραγίδα. Ο φιλελληνισμός παρουσιάζει, όπως γνωρίζουμε,  χαρακτηριστικά γνωρίσματα που διαφέρουν  από χώρα σε χώρα. Αν σε πολλά μέρη του κόσμου συνδέεται ιδιαίτερα με τον θαυμασμό για την κλασσική Ελλάδα, στο ρουμανικό χώρο ο φιλελληνισμός έχει πολλαπλές πτυχές και όψεις, που προέρχονται από την ιδιαιτερότητα των ρουμανο-ελληνικών σχέσεων. Στο ρουμανικό φιλελληνισμό, εδραιωμένο από πολλών αιώνων, η κλασσική Ελλάδα  συγκατοικεί αρμονικά με την σύγχρονη.

Η βιβλιογραφία που αφιερώθηκε στον ελληνισμό της Ρουμανίας όχι μόνον από Έλληνες και Ρουμάνους ειδικούς, αλλά  από πλειάδα μελετητών απ’ όλο τον κόσμο, είναι αφάνταστα πλούσια και επιβάλλεται η καταγραφή της σ’ ένα μνημειώδες έργο. Ίσως ήρθε η ώρα ώστε ένα εκλεκτό Ίδρυμα– γιατί όχι το Ιδρυμα Κόκκαλη ?– να αναλάβει αυτό το φιλόδοξο σχέδιο που προϋποθέτει τη συγκέντρωση όσων γραπτών μαρτυριών  μιλάνε για ένα από τα πιο πλούσια κεφάλαια της ελληνικής διασποράς.

Το ξεκίνημα ενός προγράμματος επιστημονικής έκδοσης των πιο σημαντικών ελληνικών χειρογράφων που στεγάζονται στις ρουμανικές βιβλιοθήκες, καθώς και μερικών ιστορικών πηγών (λ.χ., το έργο  Τα μετά την Αλωση του  Αθανασίου Υψηλάντη-Κομνηνού, αληθινό ιστορικό έπος, με 1000 σελίδες!, η πιο σημαντική πηγή για την φαναριωτική εποχή, που δεν εκδόθηκε ούτε στα ελληνικά παρά αποσπασματικά) αποτελεί ακόμα μια προτεραιότητα. Σίγουρα, το πρόγραμμα αυτό προϋποθέτει την εκπαίδευση μιας ομάδας νέων ειδικών, ο ενθουσιασμός των οποίων χρειάζεται ενθάρρυνση και οικονομική  υποστήριξη. Η συστηματική έρευνα στα αρχεία που υπάρχουν στις κύριες εστίες ελληνισμού – Βουκουρέστι, Ιάσιο, Σιμπίου, Μπρασόβ, αλλά και σε όλες τις πόλεις όπου άνθισαν ελληνικές κοινότητες (Βράιλα, Γαλάτσι, Σουλίνα, Κωσντάντσα,  Τούρνου Σεβερίν κ.α.) σίγουρα θα έβγαζε στο φως αποκαλυπτικές/ πολύτιμες μαρτυρίες για τη ζωή των Ελλήνων στη ρουμανική γη, και θα βοηθούσε στην ακριβή αναπαράσταση βιογραφιών μερικών προσωπικοτήτων  πρώτης σημασίας για τον ελληνισμό.  Τα 31  ελληνικά έντυπα (εφημερίδες και περιοδικά) που κυκλοφόρησαν  επί 150 χρόνια σε διάφορες ρουμανικές πόλεις  και φιλοξενούσαν  συνεργασίες με λαμπρές υπογραφές απ’ όλο τον ελληνικό κόσμο αποτελούν, με την σειρά τους, πολύτιμα ντοκουμέντα εποχής. Η ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να αντικαταστήσει τα αγγλικά στις χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις που άνοιξαν τις πόρτες τους τα τελευταία χρόνια στη Ρουμανία. Η ελληνική λογοτεχνία πρέπει, βέβαια, να κρατήσει τη θέση της και να εδραιώσει την απήχηση που γνώρισε από αιώνες στη Ρουμανία.

Ωστόσο, όλοι αυτοί οι στόχοι κινδυνεύουν να μείνουν απλά ζητούμενα χωρίς την κατάλληλη οικονομική  υποστήριξη. Η δυναμική επέμβαση των δύο μερών, και ο συντονισμός του επιστημονικού δυναμικού και των δύο χωρών, επιβάλλονται  ιδιαίτερα σήμερα, γιατί οι προοπτικές που ανοίγονται στις ελληνο-ρουμανικές σχέσεις   είναι αμέτρητες και πιο φωτεινές από ποτέ. Οι Ρουμάνοι και οι Έλληνες έχουν το ηθικό καθήκον, στο όνομα της παράδοσης που προσπάθησα να ζωγραφίσω (evoquer) απόψε – δεν είμαι σίγουρη αν το πέτυχα-  να ερευνήσουν μαζί το κοινό τους παρελθόν.

Ελένα Λάζαρ, Μεταφράστρια και εκδότρια

Romanian Philehellenism 

The steadfast Greek presence in the territory of present-day Romania engendered, among the Romanians, sentiments that varied in intensity and tonality from one epoch to another. Throughout the 19th century, the generation of the first national historians cultivated anti-Phanariotism, a true political philosophy assimilated to anti-Greekism. Philohellenism, for its part, began to take the shape of an independent trend in Romanian culture at the beginning of the 20th century, although it had existed long before, previous centuries abounding in evidence to this effect.

Should we look at the Romanian folklore, a faithful mirror of the folk mindset, we will note that Romanians had always empathized with the Greeks, considering them friends with whom they shared religion and often the same hardships. A comparative study of mentalities could reveal striking similarities and affinities between the two nations. Greek literary works gained wide recognition on Romanian soil and became popular reading.  Such masterpieces of Cretan drama as Erophili and Erotokritus circulated widely, the latter being translated twice in the 18th century, and another two editions appeared in the following century.  “Thourios,” the revolutionary march of the “new Tyrtaeus of Hellas,” Rigas Velestinlis, was enthusiastically chanted in the streets of Bucharest in the early 19th century. Ion Heliade Radulescu (1802-1872), a trailblazer in Romanian culture – who had studied under Konstantinos Vardahalos, was a friend of Adamantios Korais, the Greek scholar living in Paris, and had learned the Greek language – was so deeply attached to the Greek ideal that he added “Heliade” to his name. Mihai Eminescu (1850-1889), the “Palamas of Romania,” had profound admiration for Greece although he had never traveled there (“Oh, Greece, your land is all a Pantheon,” he wrote). “Greek culture, and in particular Greek mythology and philosophical thinking, truly bewitched Eminescu.” (Cezar Papacostea)

Until the mid-19th century, the Neo-Greek language held a privileged place. It is interesting to note that in the linguistic dispute on Katharevousa and Dimotiki, a dispute sustained also in the Romanian Principalities, Romanian intellectuals sided with the vernacular. After 1850 classical languages, Latin and old Greek, became the “groundwork of studies,” as historian A.D. Xenopol put it.  Adopting the pronouncement of 18th century Romanian scholar Dimitrie Cantemir, according to which “not only those born in Greece are Greeks, but also those who espouse the beauty of Hellenic life and culture,” Romanian culture proved to be unfalteringly attached to the Greek Antiquity. Moreover, in its modern phase it has evinced an increasing tendency to assimilate classical values. Classical studies, whose tradition goes back more than a century and a half, were pursued steadfastly by outstanding personalities such as Academician Alexandru Odobescu (1834-1895), under whose guidance many Hellenists asserted themselves, Vasile Parvan (1882-1927), who was styled the “new Socrates” and was the founder of the Romanian archaeology school, philosopher of culture Tudor Vianu (1897-1964), inspirited by the ideal of Kalokagathia, philosopher Constantin Noica (1909-1987), who translated works by Plato, Aristotle and Corydaleus, and George Murnu, who transposed Homer’s epics.

In parallel to classical studies, at the turn of the 20th century a brilliant Byzantinology school flourished in Romania. Precious contributions in this area came from Nicolae Iorga (1871-1940), founder of the Institute of Byzantine studies in Bucharest, Nicolae Banescu (1878-1971), Gheorghe I. Bratianu (1898-1953) and Vasile Grecu (1885-1972) and others.

When the Institute for the Study of South-Eastern Europe was set up in 1914, neo-Hellenic studies were officially inaugurated in Romania.  Several historians and students of neo-Hellenism had already risen to prominence in the 19th century (V.A. Urechia, C. Erbiceanu, E. Hurmuzaki, Al. D. Xenopol, Ioan C. Filitti and others). The Romanian school of neo-Hellenic studies, famous for its thoroughness, reached its heyday in the interwar period, owing to scholar Demostene Russo, whose work would be successfully continued by Ariadna-Camariano-Cioran, Nestor Camariano, Alexandru Elian, Maria Marinescu-Himu and many others, up to the current research scholars at the Institute of South-East European Studies (which continues the tradition inaugurated with Iorga’s institute). The fruit of their endeavours is all the more praiseworthy in view of the tribulations under the communist rule, when many of them carried on their activity.

Hellenic Philoromanianism

Having mentioned the underlying elements of Romanian philohellenism, we cannot overlook the fact that it was the same elements that generated a similar sentiment with the Greeks. The institution of Maecenate is a telling example. Many Greeks living in Romania made it into the history of Romanian culture with donations that have perpetuated their names to this day. Metropolitan and scholar Dosithei Filitti, doctor and politician Apostolos Arsakis, Evangelios Zappas or Panagis Harokopos are but a few brilliant examples, yet the list of the Greek Evergetes in Romania is much longer and their tradition has survived to this day. Another fact that illustrates the mutual feelings the two peoples nourished is the publication of the first Greek periodical, Logios Ermis, which could be issued in Vienna thanks to the financial support offered by the Greek-Romanian Literary Society (set up in Bucharest in 1810, with a Romanian as chairman and a Greek as secretary). The members of the Society were notables of the time, boyars and merchants, Romanians and Greeks alike (including Adamantios Korais). The gestures of reciprocity were numerous and their tradition is still vivid.

Neo-Hellenic Letters in Romania

Culture holds a major role in the development of Romanian-Hellenic relations, in configuring and consolidating what today we refer to as “Romanian philohellenism.” The permanent dialogue between the two cultural areas took various forms. The first Greek theatre was founded in the early 19th century in the capital of Moldavia, and the second – in the capital of Wallachia. No less than 31 Greek-language publications were issued in Romania in the 19th century, some of which lasted well into the following century. A significant portion of the neo-Hellenic literature was written on Romanian soil (I will mention here that the first novel in neo-Hellenic literature, The Respites of Philotheus, was written by scholar and prince Nicholas Mavrocordato early in the 18th century in the Transylvanian town of Alba Iulia. Many other reference works of the Hellenic culture were drawn up or printed in the same welcoming hearth of the Romanian Principalities).

Furthermore, mention should be made of the fact that the beginnings of modern Romanian literature are closely intertwined with those of neo-Hellenic literature. The first generation of 19th century poets formed under the influence of the Phanariot Athanasios Hristopoulos. Most Romanian intellectuals in the former half of the 19th century could speak Greek (as alumni of the Princely Academies or of the many Greek private schools) and made their literary debut with translations from Neo-Greek. Some of them, like Vasile Carlova, who had Cypriot roots, wrote their verse in Greek. Classical and modern Greece was for a long time a source of inspiration for quite many Romanian authors. The national poet of the Romanians, Mihai Eminescu, whom we have already mentioned, left behind, in manuscript form, two paraphrases of Homer’s epics, and he had among his books also the Erotokritus of Kornaros and Thourios by Rigas. Ion Pillat (1891-1944), a poet truly passionate about Greece, wrote two plaquettes of “Greek sonnets.” Duiliu Zamfirescu (1858-1922), who served as Romania’s ambassador to Greece, wrote poems and a novel on a Greek theme. In 1909 in Paris, literary critic Eugen Lovinescu (1881-1943) defended a doctoral dissertation on the subject of “French Travelers to 19th Century Greece.” The poetry of Alexandru Philippide (1900-1979), a direct descendant of scholar Daniil Philippidis, represents a fine combination between Greek and “Geto-Dacian” spirit. The affinities between the two literatures were analysed by George Calinescu in his monumental history of Romanian literature.

Harmonious symbiosis, with shared kinships and common traits, direct influence, and Greece as a source of inspiration – those are the three stages that mark the Romanian-Hellenic relations in the area of literature, the effect being beneficial to both sides.

The most direct means of dialogue between the two cultures is provided by translations. No wonder therefore that in point of translations from neo-Greek, Romania holds one of the leading positions in Europe. The Romanian public has familiarized with neo-Greek literature through translations since the 17th century (initially through manuscript translations and as of 1837 through printed editions). A cursory glance at a general catalogue of translations done in Romania since 1837, when the first translation of a literary work was printed (the New Erotokritus by Dionysios Fotinos – who hailed from Patras, last year’s cultural capital – was printed by a German in Sibiu, the cultural capital of 2007) will pleasantly reveal the fact that from among the literatures of peoples in South-Eastern Europe, neo-Hellenic literature is the best known one.

The progress of translations from neo-Hellenic literature into Romanian evinces features deriving from the distinctive place neo-Hellenic civilization has held in the mind of Romanians. The map of Greek literature translated into Romania is impressive in point of both the quantity and the diversity of works selected for this purpose. Of the about 340 titles translated from neo-Hellenic literature that have circulated in Romania in the last 170 years, 286 belong to 125 mostly 20th century authors, representing virtually all literary genres. A distinctive place in the bibliography of Romanian translations from Greek is held by anthologies. Whether thematic or structured by literary genres, the 33 anthologies offer selections from the work of 250 authors, most of who are representative names of all-time neo-Hellenic literature.  Unlike other literary spaces, where poetry translations prevail, in Romania more than half of the works translated are prose writings. The 340 titles were issued with the contribution of Romanians and Greeks alike: 157 translators, some of them Greek while most are Romanians, 74 Romanian edition supervisors and 60 Greek ones.

Kavafis in Romania

In Romania most translations of Greek poetry are those from the work of the greatest 20th century Greek poet, Konstantinos P. Kavafis. Kavafis is also sure to be one of the best-liked Greek poets. With the six editions published so far (five of them in the last decade) and his constant presence in various anthologies as well as in the Romanian cultural press, Kavafis has won “city rights” in Romanian culture, as a Romanian academician has put it not long ago.

Kavafis is the first Greek writer whose Complete Works were published in Romanian. (The two-volume edition published in 2001 in Bucharest, comprise both poetry and prose). Besides, the corpus of the acknowledged Poems has also been circulating in a bilingual edition.

It is possible that the echo the Alexandrine has enjoyed in Romania for 68 years now is not alien to the roots his ancestors had here. A great-grandfather of his, Yannis Kavafis (1701-1762) was “governor of Iasi,” the capital of Moldavia, in 1750. Several aunts and other relatives hailed from Iasi. In 1868 the company Kavafis & Co. was trading in wheat on the Danube in Romania. The first poems by Kavafis to be translated into Romanian appeared in an anthology dating back to 1939, while the first volume of his works was published here in 1971. The famous poems (The Barbarians, Ithaka, The Candles etc.) appeared in several versions, most of the major Romanian translators trying their hand on the Alexandrine’s verse. Furthermore his work is a subject for doctoral dissertations defended by young scholars and a favourite topic for literary critics. Greek-Romanian philologist and comparative critic Victor Ivanovici identified Romanian poets who write à la manière de Kavafis, and a Greek professor in Paris, Konstantinos Makris, traced Kavafis motifs and echoes in the work of certain great Romanian poets.

Kazantzakis in Romania

While the Alexandrine remains the Greek poet with the greatest fame in Romania, the Cretan Nikos Kazantzakis is the most translated and probably the best loved Greek prose writer, although translations from most classics of Greek prose have been available to the Romanian readership.

As in the case of Kavafis, the first translations from Kazantzakis were published before the Second World War, signed by the Romanian Pericle Martinescu who had traveled to Aegina Island to get to know the author of the Odyssey. Romania, however, had grown close to Nikos Kazantsakis and his life’s companion Eleni Kazantzaki long before, owing to the Greek-Romanian-French Panait Istrati. In the autumn of 1927, the two writers traveled to the USSR and from there they arrived together in Athens, in December. It was Istrati’s first trip to the country of his father (Georgios Valsamis hailed from Kefalonia). Kazantzakis  published in Proia an encomium  about his friend from Braila and in January 1928, at the Alhambra Theatre the two of them presented their travel impressions from the Soviet Union, a fact that would prompt Istrati’s expulsion from Greece. The letters the two left behind are today precious documents of literary history. Furthermore, Eleni Kazantsakis wrote a book about “our peerless Panait,” which was published in 1938 in Santiago, Chile.

Between 1962, when Captain Mihalis came out in Bucharest, and 2005, when the sixth edition of Alexis Zorba was published, 9 Kazantsakis titles (in 15 editions) were translated into Romanian, with The Last Temptation of Christ reaching a circulation of 100,000 copies. By the way, in the years of communism, Kazantzakis editions were a most precious gift one could give one’s friends. Furthermore, the bibliography of translations from Nikos Kazantzakis in the Romanian press is impressive. The work of the Cretan has also been the object of studies by Romanian critics. The latest example is the volume Writers among Sirens, published in 2006, and devoted to Panait Istrati and Nikos Kazantzakis.

As can be seen, the works of the two classics of neo-Hellenic literature are not only translated quite often and read on a mass level (as in the case of Kazantzakis) but are also integrated in Romanian culture through the influence exerted on Romanian authors (as in the case of Kavafis), as well as through the interest they arouse in literary historians and critics.

Though not singular, their case illustrates, in our opinion, the continuity and depth of the Romanians’ philohellenic sentiment. Many Greek travelers to Romania noticed these feelings, from writers (including Kostas Karyotakis, Kostas Uranis, Yorgos Seferis, Angelos Terzakis, Petros Haris, Takis Hatzianagnostou a.o.), men of culture and officials (Greek Prime Minister Eleftherios Venizelos confessed in  1913, after a visit to the Danubian ports, that he had seen so many Greek flags not even in Piraeus) to businessmen, students or tourists.

Conclusions

We have attempted here an outline of the highlights in the history of Greeks in Romania and of the fields on which they laid their seal. Philohellenism, as is known, has had different connotations from country to country and from one epoch to another. Whereas in many places it is associated mostly with admiration for classical Greece, in the Romanian space philohellenism has dimensions and multiple facets derived from the particularities of Romanian-Hellenic relations. Having evolved and been cemented across several centuries, Romanian philohellenism spans both classical and modern Greece.

The bibliography of Hellenism of Romania, comprising not only Greek and Romanian authors but also a great many scholars from other countries, is very comprehensive, revealing the richness of the Hellenic-Romanian relations. Time may have come for a prestigious institution – why not the Kokkalis Foundation? – to assume this project of collecting all the written testimonies about one of the most wide-ranging aspects of the Greek Diaspora.

Another priority refers to initiating a programme to publish the major Greek manuscripts preserved in Romanian libraries, as well as certain sources (such as the Chronicle of Athanasios Ypsilantis-Komninos, a genuine historical epic, a full version of which has been published not even in Greek). A programme of this kind certainly can be started only while also preparing a group of young specialists whose enthusiasm will have to be encouraged and given economic support. Researching the archives existing in the main hubs of Hellenism – Bucharest, Iasi, Sibiu and Brasov – as well as in all the towns where Greek communities thrived would produce telling testimonies about the life of Greeks on Romanian soil and would help reconstitute the biography of personalities of prime importance to Hellenism. The 31 Greek newspapers and publications issued over one and a half centuries in several Romanian cities, hosting prestigious signatures from the entire Greek world, are, in their turn, precious period documents. As far as the Greek language is concerned, it should replace English as working language in the thousands of Greek companies set up in Romania in recent years. Likewise, neo-Hellenic literature must keep its place and consolidate the echo it has struck in Romania.

However, without adequate economic support, all these goals risk to remain mere wishes. A firm commitment of the two sides is all the more necessary as today many new prospects, brighter than ever, are opening for the relations between Greece and Romania. The Romanians and the Greeks have a moral duty, by virtue of the tradition I have just tried to evoke, to work together and research their common past.

Bucharest, 12 February 2007

Elena Lazăr - Translator and publisher

Selected Bibliography

Stelian Brezeanu, Constantin Iordan a.o., Romanian-Hellenic Relations. A Chronological History, Bucharest 2003.

Ariadna Camariano-Cioran, Les Academies princières de Bucarest et Jassy et leurs professeurs (The Princely Academies of Bucharest and Iasi and Their Professors), Thessaloniki, 1974.

Athanasios E. Karathanasis, The Hellenism in Transylvania, romanian translation, Bucharest, 2003.

Pashalis M. Kitromilides, Anna Tabaki, Relations gréco-roumaines. Interculturalité et identité nationale (Greek-Romanian Relations. Interculturality and National Identity), Athens, 2004.

Marianna Koromila, The Black Sea Greeks, Athens, 2001.

Maria Marinescu-Himu, Hellenic-Romanian Cultural Relations, Athens, [1995].

Cornelia Papacostea-Danielopolu, Greek Communities in 19th Century  Romania, Bucharest, 1996.

Leonidas Rados (ed.), Romanian-Hellenic Interrelations (15th-20th Century), Iasi, 2003.

Demosthene Russo, Greek-Romanian Historical Studies, 2 vol.,  Bucharest, 1939

Paula Scalcău, The Greeks in Romania, second edition, Bucharest, 2005.

Paula Scalcău, Hellenism in Romania, Bucharest, 2006.

Επιλογή βιβλιογραφίας 

Stelian Brezeanu, Constantin Iordan ş.a., Relaţiile  româno-elene. O istorie cronologică (Οι ρουμανο-ελληνικές σχέσεις. Ιστορικό χρονολόγιο), Βουκουρέστι, 2003.

Ariadna Camariano-Cioran, Les Académies princières de Bucarest et Jassy et leurs professeurs, Θεσσαλονίκη, 1974.

Αθανάσιος Καραθανάσης, Ο ελληνισμός στη Τρανσυλβανία, ρουμανική μετάφραση, Βουκουρέστι, 2003.

Pashalis M. Kitromilides, Anna Tabaki, Relations gréco-roumaines. Interculturalité et identité nationale, Athènes, 2004.

Μαριάννα Κορομηλά, Οι Ελληνες στη Μαύρη Θάλασσα, Αθήνα, 2001.

Μαριάννα Κορομηλά, Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα, Αθήνα, 2005.

Elena Lazăr, Literatura neoelenă în România (1837-2005). O bibliografie  (Η νεοελληνική λογοτεχνία στη Ρουμανία. 1837-2005. Βιβλιογραφία), Βουκουρέστι, 2005.

Maria Marinescu-Himu, Ελληνο-ρουμανικές πνευματικές σχέσεις, Αθήνα, [1995].

Cornelia Papacostea-Danielopolu, Comunităţile greceşti în România în secolul al XIX-lea (Οι ελληνικές κοινότητες στη Ρουμανία το 19ο αιώνα), Βουκουρέστι, 1996.

Leonidas Rados (εκδότης), Interferenţe româno-elene (secolele XV-XX) (Ρουμάνο-ελληνικές σχέσεις),  Ιάσιο, 2003.

Demosthene Russo, Studii istorice greco-române  (Ελληνο-ρουμανικές ιστορικές σχέσεις), 2 vol.,  Βουκουρέστι, 1939.

Paula Scalcău, Grecii din România (Οι Ελληνες της Ρουμανίας), 2η έκδοση, Βουκουρέστι, 2005.

Paula Scalcău, Elenismul în România (Ο ελληνισμός στη Ρουμανία), Βουκουρέστι, 2006.

­­­­­­­­­­­­­_____________________________

Eστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 4.9.2013, Ελένα Λάζαρ