ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ Google

You are here: Πρωτοσέλιδο ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Ευρυδίκη Λειβαδά: 1821 και Κεφαλλονίτες. Η σχέση του Π. Πατρών Γερμανού με αυτούς
Διαφήμιση
4/2021
M T W T F S S
1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930
 
 
stamoulis photoshop.jpg
exofylloxartesteliko.jpg

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ



η ημέρα, η εβδομάδα του έτους

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα" Module by: Joomlabyte

ΣYΝΕΒΗ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Ευρυδίκη Λειβαδά: 1821 και Κεφαλλονίτες. Η σχέση του Π. Πατρών Γερμανού με αυτούς

PDFΕκτύπωσηE-mail

Ευρυδίκη Λειβαδά: 1821 και Κεφαλλονίτες. Η σχέση του Π. Πατρών Γερμανού με αυτούς και η θεία οργή του προς τον Σοφιανόπουλο

Ο Π. Πατρών Γερμανός, μια από τις ευγενέστερες, σπουδαιότερες και ικανότερες φυσιογνωμίες της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, έμεινε στην ιστορία κυρίως γιατί στις 13 Μαρτίου 1821 στην Ι. Μ. Αγίας Λαύρας, κατά την λειτουργία της Κυριακής, σε βαθύτατη κατάνυξη, απέσπασε το πέτασμα της Ωραίας Πύλης του παλαιού ναΐσκου και το ανύψωσε ως λάβαρο της Εθνεγερσίας. Εδώ όμως, δεν θα αναφερθώ σε αυτόν το κομβικό -για την ιστορία της Ελλάδας- ρόλο του, αλλά στην όχι και τόσο γνωστή σχέση του με τους Επτανησίους, κυρίως με τους Κεφαλλονίτες, και την εμψύχωση και οδηγίες που τους παρείχε.

Η Κεφαλλονιά καθ’ όλα τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης βρισκόταν υπό βρετανική Προστασία και ήταν ο πλέον σημαντικός ναυτότοπος της Ιόνιας θάλασσας, αλλά και μεγάλο ναυτιλιακό κέντρο[1]. Οι Κεφαλλονίτες οι επικεφαλής πλοίων, στην πραγματικότητα διεδραμάτιζαν τριπλό ρόλο: του ιδιοκτήτη, του καπετάνιου και του εμπόρου. Λειτουργούσαν δηλαδή οι ίδιοι ως κέντρα αποφάσεων. Τα ναυτιλιακά και εμπορικά συμφέροντά τους όμως, δεν τους εμπόδιζαν να διαγράφουν ενεργό συμμετοχή στα επαναστατικά τεκταινόμενα του ελλαδικού κορμού. Θα πρέπει να τονίσω πως τα χρόνια που ακολούθησαν το 1815, χρονιά ευρωπαϊκής ειρήνευσης, κάμφθηκε η ελληνική εμπορική ναυτιλία, γεγονός που, ως ένα ορισμένο σημείο, εξηγεί την προθυμία της συμμετοχής των πλοιοκτητών στην επανάσταση του 1821. Εκτός από την ποντοπόρο ναυτιλία που συνέχισε τη δράση της, πλοία κεφαλλονίτικα, οπλισμένα, περιεφέροντο μαζί με γαλαξιδιώτικα, από το ακρωτήριο του Πάπα μέχρι την Κυλλήνη, και εμπόδιζαν το πέρασμα των τουρκικών πλοίων προς τα νησιά του Ιονίου. Μάλιστα, όταν συνέλαβαν πλοίο -με κάλυψη ιονικής σημαίας- που μετέφερε Αλβανούς στην Πρέβεζα, τους οποίους και αιχμαλώτισαν, δυσαρεστήθηκε ο βρετανός πρόξενος Φίλιπ Γκριν[2]. Με εντολές της Ιόνιας διοίκησης δόθηκε, για εκδίκηση, εντολή επίθεσης σε γαλαξιδιώτικο πλοίο που ήταν δεμένο στην Κυλλήνη και συνέλαβαν ναυτικούς τους οποίους φυλάκισαν στην Ζάκυνθο. Αφέθηκαν δε ελεύθεροι, μόνον μετά από επίμονες ενέργειες του Παλαιών Πατρών Γερμανού[3].

Θα πρέπει να σημειώσω πως ο Π. Πατρών μυήθηκε ως Φιλικός το 1819 στην Πάτρα από τον Αντώνιο Πελοπίδα κάτω από περίεργες συνθήκες καθώς ζήτησε ο ίδιος να εφαρμόσει τη σκέψη του: πώς να χαλιναγωγήσει τον πατριωτικό οργασμό για να μην περιπέσει στην αντίληψη των αρχών ενωρίς και χαλάσουν τα σχέδια της Επανάστασης. Με αυτό ως στόχο, επί δυο χρόνια, εφεύρισκε ποικίλους τρόπους για να καθησυχάζει τις τουρκικές ανησυχίες που τις υπεδαύλιζε ο Άγγλος πρόξενος Γκριν υποβοηθούμενος από σπείρα κατασκόπων. Δίπλα του είχε σταθεί ο Ιθακήσιος και Φιλικός, πρόξενος της Ρωσίας, Ιωάννης Βλασσόπουλος με τον διερμηνέα Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο[4].

Ο Ι. Φιλήμων μιλώντας για τον Γκριν τονίζει πως «εζημίωσε την Ελλάδα ζημίαν θανάσιμον»[5]. Τα αγγλικά σκάφη δήλωναν ψευδή προορισμό και πωλούσαν όπλα και τρόφιμα στους Τούρκους, ενώ παράλληλα οι Άγγλοι απαγόρευαν στα Ιονικά σκάφη να εμπορεύονται με τους εμπόλεμους Έλληνες. Παρόλα αυτά, ανάμεσα σε πλοία άλλων καραβοκύρηδων, τα καΐκια του κεφαλλονίτη Σέρρα μετέφεραν τροφές (ρούμι, παξιμάδια, καλαμπόκι, παστά) και καθημερινά χρειώδη στο Μεσολόγγι. Εφεύρισκαν τρόπους για να ξεφεύγουν από την προσοχή των Άγγλων και για τον λόγο αυτό ταξίδευαν μόνο νύχτα[6]. Παράλληλα, οι Γκριν και Όουτς βοηθούσαν τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Καστέλι της Πάτρας. Το αποτέλεσμα ήταν οι Έλληνες πολιορκητές να αποσυρθούν άτακτα, οι Τούρκοι να σφάξουν όσους συνέλαβαν και «έναν δε Κεφαλλήνα και διαπερώσιν εις τον πάσσαλον, τον εψήνουσι ζώντα». Τότε ο Π. Πατρών, μαθαίνοντας τα βασανιστήρια και γνωρίζοντας «την επίβουλον κατά της Ελλάδος διαγωγή» τού Γκριν , θέλοντας να αποδείξει πως οι Έλληνες μάχονται υπέρ της ελευθερίας τους και θεωρούν εχθρούς όχι μόνον τους Τούρκους, αλλά και όσους τους βοηθούν, απέστειλε διαμαρτυρία προς τον Άγγλο Πρόξενο, ο οποίος, το μόνο που έκανε ήταν να εγκατασταθεί στην Ζάκυνθο για να εμπορεύεται καλύτερα και να μην δώσει καμμιά συνέχιση στην επιστολή του Ορθόδοξου ιερωμένου[7].

Οι προκηρύξεις του Π. Πατρών Γερμανού συνέβαλαν στον ενθουσιασμό και στην εμψύχωση των Κεφαλλήνων που γνώριζαν τις ενέργειες της Φιλικής Εταιρίας. Μάλιστα, οι οδηγίες του Μητροπολίτη προς τους Επτανησίους οδήγησαν κι αυτές στη σημαντική νίκη τους -κατά των Λαλαίων στις 13 Ιουνίου 1821- με επικεφαλής τούς Κ. Μεταξά, Ι. Φωκά, Γ. Φωκά, Α. Μεταξά, Ε. Πανά. Έτσι «ηρίστευσαν οι μεγάθυμοι Επτανήσιοι» ενώ «η αγγλική θέλησις τούς αποκηρύττει δια της Προκηρύξεως της 18 Ιουλίου 1821, δημεύουσα την ιδιοκτησίαν των, διότι το φέρσιμόν τους εναντιείτο εις τας αρχάς της ουδετερότητος, ως να εσυμφώνει μ’ αυτάς εκείνο του Γκριν. Ποία καπηλεία λέξεων και ιδεών! Αλλ΄η ιδία δεν ηρκέσθη ως εδώ. Εκγυμνώνει από τα όπλα των τους Ιονίους δια της βίας και των στρατοδικείων, Ιερείς του Υψίστου σεβάσμιοι ξυρίζονται το ήμισυ πρόσωπον προς κοινήν καταισχύνην και ξυλίζονται απανθρώπως και δημοσία προς χειρότερον σκάνδαλον… Οι Έλληνες της Πελοποννήσου, της Στερεάς και των Ιονίων είναι τιμωρητέοι εις την Ελλάδα, και μόναι αι νήσοι παρίστανται το καθαρτήριον πυρ του πολιτικού εγκλήματός των»! Ο Π. Πατρών συνέχισε την επικοινωνία του με τους Επτανησίους, και δη Κεφαλλήνες ως φαίνεται, ζητώντας την αρωγή τους για το «μέγα της Πολιτικής Παλιγγενεσίας μας έργον». Κι αυτοί, αν και ήδη υπό την «Αγγλικήν προστασίαν και θέλησιν υπάρχοντες, όχι μόνον προσέφερον και τα πλοία των εις τας αρχάς, και θύματα υπέρ τους τρισχιλίους καθ’ όλην του πολέμου την διάρκειαν, αλλά και δια χρημάτων και δι’ εφοδίων παντός είδους μεγάλων ποσοτήτων συνέδραμον… Συστρατιώται κατά διαφόρους μάχας είδομεν εις αυτούς τον μεγάθυμον άνδρα, τον αρίτολμον στρατιώτην και τον μισοτύραννον[8] πατριώτην. Είδομεν εις αυτούς τον χαρακτήρα της πίστεως και της σταθερότητος, και την επαινετήν υπεροψίαν εις τας καταχρήσεις και τας άλλας ατίμους ιδιωφελείας»[9].

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, εκτός από την γνωστή θρησκευτική και πολιτική, είχε αναπτύξει, δικαστική και διπλωματική δράση. Πολιτικά μεν, «δεν απεχωρίσθη πώποτε από την πολιτικήν γραμμήν την οποίαν εχάραξεν άπαξ»[10], δικαστικά δε έδρασε ως δίκαιος κριτής μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών προυχόντων σε πολλά ζητήματα που είχαν προκύψει ανάμεσά τους με κυριότερα αυτά των οικογενειών Νοταρά και Κιαμήλ μπέη στην Κορινθία, αλλά και των Σισίνηδων και του αγά των Λαλαίων στην Ηλεία[11]. Με διπλωματικό ρόλο εστάλη στην Ιταλία προς συνάντηση του τότε Πάπα –γεγονός που, ως λέγεται, εμπόδισε η Αυστρία μέσω καγκελάριου Μέττερνιχ, ο οποίος διέκειτο εχθρικά απέναντι στην Ελληνική επανάσταση-, καθώς και πολλών προσωπικοτήτων που θα βοηθούσαν τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Μπορεί η διετής αποστολή του να απέτυχε, όμως συνέβαλε στην ανάπτυξη του ιταλικού φιλελληνισμού.

Το καλοκαίρι του 1824 επέστρεψε στην Ελλάδα που τότε όμως ζούσε την ταραγμένη περίοδο του ένοπλου εμφύλιου αγώνα (1823 – 1825) ο οποίος αποτελεί τις πλέον ζοφερές σελίδες της ιστορίας μας[12]. Ο Π.Π. Γερμανός είχε ήδη προσπαθήσει να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις ανήσυχος για τα όσα μάθαινε σχετικά με την διάσταση Κουντουριώτη – Αντρέηδων (Λόντος – Ζαΐμης[13]). Τον είχε εμποδίσει ο Παπαφλέσσας[14]. Εν συνεχεία στις 10 Νοεμβρίου παρακαλούσε και πάλι ο Μητροπολίτης τον Κουντουριώτη να αποτρέψει τον πόλεμο[15]. «… φοβουμένη μήπως εκραγή εμφύλιος πόλεμος … παρεκίνησε τον Π. Πατρών και τον Πετρόμπεην να μεταβώσιν εις την Τριπολιτζάν να προσπαθήσουν να τους συμβιβάσωσιν... δεν ηδυνήθησαν όμως να τους συμβιβάσωσιν παντελώς…»[16].

Αφού τελικά ο Μητροπολίτης δεν κατόρθωσε αυτό που επιθυμούσε, αποσύρθηκε στην απόκεντρη μονή της Παναγίας Χρυσοποδαρίτισσας στα Νεζερά. Το διάστημα όμως αυτό, η κυβέρνηση του Κουντουριώτη που υποστηριζόταν από την Αγγλία, κάλεσε τα στρατεύματα της Ρούμελης στον Μωριά, σκοπεύοντας να επιβληθούν στον Κολοκοτρώνη και στους δικούς του[17]. Θα πρέπει να σημειώσω πως ο Π. Πατρών, φοβόταν το απειθάρχητο των στρατιωτικών, αντιτασσόταν στα πρόχειρα μέτρα και στις πρόχειρες λύσεις, και ήταν προσκολλημένος στους Αχαιούς άρχοντες υποπίπτοντας έτσι στην δυσμένεια του Γκούρα[18]. Ο τελευταίος, με προτροπή του γιατρού Ι. Κωλέττη, ήρθε κατά πρώτον σε επαφή με τους Υδραίους[19], και στη συνέχεια έστειλε τον φρούραρχο του κάστρου στο Χλεμούτσι Νικολέτο Σοφιανόπουλο, γιατρό κι αυτόν, να συλλάβει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ηγούμενο της μονής Νικηφόρο[20].

«Κύριε Σοφιανόπουλε. Να πάρης όλους τους στρατιώτες οπού έχεις υπό την οδηγίαν σου και να πάγης να ευρής τον Δεσπότην Παλαιών Πατρών, να τον πιάσης και να μου τον φέρης εδώ το γληγορώτερον, ομοίως και τον Νικηφόρον.

9 Ιανουαρίου 1825. Ο στρατηγός Ι. Γκούρας»[21].

Τα στρατόπεδα της Ρούμελης εκτέλεσαν την εντολή. Προέβησαν σε μεγάλες καταστροφές και απίστευτες διαρπαγές. Δεν σεβάστηκαν ούτε την μονή Νεζερών της Παναγίας Χρυσοποδαρίτισσας την οποία παραβίασαν και λεηλάτησαν από τους θησαυρούς της. Ο Π. Πατρών απέστειλε επιστολή προς την «Υπερτάτην Διοίκησιν της Ελλάδος» την 21η Ιανουαρίου 1825 από τα Νεζερά ρωτώντας σχετικά με την επικείμενη σύλληψή του: «… ήλθον τινές στρατιώται του στρατηγού Γκούρα και με ήρπασαν ως κατάδικον. Όθεν, αν είναι διαταγή της Διοικήσεως δεν μοι επαρησιάσθη… οπού αν έχω σφάλματα να απολογηθώ… να γράψη προς την εξοχότητά του να με αφήση να υπάγω να κυττάξω την πτωχείαν μου. Και όπως είναι ορισμός της υπερτάτης Διοικήσεως, ας ακολουθήση. Όλος ευπειθής εις τα επιταγάς, +Παλαιών Πατρών»[22].

Τελικά ο Μητροπολίτης Γερμανός συνελήφθη, κακοποιήθηκε, διασύρθηκε και αναγκάστηκε, σε συνθήκες χειμώνα, να συρθεί κυριολεκτικά δεμένος και πεζός[23] από τον έφιππο Σοφιανόπουλο, ο οποίος τον οδήγησε στη Γαστούνη, στον Γκούρα[24]. Ο Καμπούρογλου αποκαλεί την ταλαιπωρία του «δεινοτέρα των ύβρεων»[25]. Ο δε Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του αναφέρει πως ο Π. Πατρών από τα βασανιστήρια που υπέστη, είπε αγανακτισμένος για τον Σοφιανόπουλο «να ρέψουν τα έντερά του». Η οργή του αυτή, κατά περίεργο τρόπο υλοποιήθηκε αμέσως. Ο Σοφιανόπουλος, αφού τον παρέδωσε, αρρώστησε και πέθανε μέσα σε ακατάσχετη αιμορραγία[26]. Τα κακουχήματά του περισώζει επ’ ακριβώς η έκθεση του Σ. Ι. Βερίου ο οποίος στο τέλος αναφέρει τον θάνατο του Σοφιανόπουλου: «…εις την Γαστούνην … έπαθε πολλά από την κακομεταχείρισιν των Στρατιωτώνκατ’ εκείνας τας ημέρας Ω! του θαύματος! κι ενώ ο κ. Σοφιανόπουλος έχαιρεν άκραν υγείαν, εξεκενώθη όλον του το αίμα υπό λυσεντερίαν και εντός τεσσάρων ημερών απέθανεν. Το αιφνίδιον τούτο συμβάν έφερεν τον Γκούραν και τους Στρατιώτας εις συναίσθησιν και έπαυσαν από του να τον κακομεταχειρίζωνται, φοβούμενοι μήπως πάθουν τα αυτά και εκείνοι»[27].

Για την απελευθέρωσή του φρόντισαν ο Σουλιώτης στρατηγός Γεώργιος Δράκος και ο αγωνιστής και πολιτικός Αθανάσιος Λιδωρίκης[28] οι οποίοι, βλέποντας το άδικο και τις απίστευτες ταλαιπωρίες του μεγάλου ιερωμένου Φιλικού, μεσολάβησαν στον Γιάννη Γκούρα ο οποίος τον ελευθέρωσε[29]. Λέγεται όμως ότι ο Γκούρας πίστευε σε δεισιδαιμονίες και φοβούμενος για την δική του τύχη έδωσε την ελευθερία στον Μητροπολίτη Γερμανό ο οποίος πήγε στο Ναύπλιο όπου εγκαταστάθηκε εκεί προσωρινά, κι έστειλε έγγραφο μαρτυρία προς το «Υπουργείον της Θρησκείας» ξεδιπλώνοντας όλη την ιστορία της σύλληψής του, των βασάνων του, της απελευθέρωσής του. Αιτήθηκε δε, την παρέμβαση του Υπουργείου για την επιστροφή των «αρπαγέντων ληστρικώς παρά του ανδρός της» εννοώντας την σύζυγο του Σοφιανόπουλου[30].

Στις 30 Μαΐου 1826 ο αγωνιστής ιεράρχης έσβησε από τύφο. Σύσσωμος ο κλήρος, πολεμιστές, πολιτικοί και πλήθος λαού συνόδευσαν τον νεκρό στο κοιμητήριο του Ναυπλίου, τα δε λείψανά του διακομίσθηκαν στην πατρίδα του, την Δημητσάνα. Μάλιστα στα ΓΑΚ φυλάσσονται επιστολές σχετικές με την κηδεία του[31].

Στη Ζάκυνθο είχαν διασωθεί διάφορα έγγραφα του Γερμανού και ορισμένα αντικείμενά του τα οποία παρέλαβαν οι κληρονόμοι και οι επίτροποί τους. Όλα αυτά αναφέρονται λεπτομερώς από τον Καμπούρογλου στην Μελέτη του για τον Μητροπολίτη Π. Πατρών. Ο ίδιος δε τον αποκαλεί «υπέροχον υπόδειγμα Έλληνος ιεράρχου και πατριώτου. Οι σύγχρονοί του συγγραφείς εχαρακτήρισαν αυτόν ως ενάρετον, απέριττον, σώφρονα, σταθερόν, ειλικρινή, δίκαιον, προσηνή, μειλίχιον, ανώτερον παθών. Συγχρόνως δε επιβλητικόν, αξιοπρεπή, υψηλόφρονα, εύγλωττον, πειστικόν ως θεόπνευστον, δραστήριον, ακαταπόνητον, γενναίον, ως και ευφάνταστον, οξυδερκή, ευπαίδευτον, δικαίως κατακτήσαντα τον τίτλον του πρωταθλητού… Ο Φιλήμων … εχαρακτήρισεν αυτόν ως εις τον ιερατικόν του βίον αγνόν, εις τον πολεμικόν ένθερμον και εις τον πολιτικόν δίκαιον… Εξέχον πρόσωπον … εμβριθεία, ευθύτητι καρδιάς και ζήλω προς την πατρίδα. Μεγαλόκαρδος εσωτερικώς και μεγαλοπρεπής εξωτερικώς, φιλόφρων, πολύπειρος, εχέμυθος και εύγλωττος… δεν παρέσυρε τον ιερωμένον ο πολεμιστής… ψυχικόν σθένος σπάνιον και αναμφισβήτητον» [32].

Ευρυδίκη Λειβαδά

Εικόνα: Χειρόγραφα του Π. Πατρών Γερμανού που φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

[1] Καπετανάκης Παναγιώτης Σ. , Η ποντοπόρος εμπορική ναυτιλία των Επτανήσων την εποχή της Βρετανικής Κατοχής και Προστασίας και η Κεφαλληνιακή υπεροχή (1809-1864), Εργασία υποβληθείσα για την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα, Δεκέμβριος 2009, σσ. 292-302.

[2] Ο Γκριν (Philip Green) ήταν φιλότουρκος πρόξενος της Levant Company στην Πάτρα. Στη συνέχεια –μετά την διαμαρτυρία του Π. Πατρών για τις απαράδεκτες ενέργειές του- εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο για να ασκεί καλύτερα το παράνομο εμπόριό του. Βλ. Λειβαδά Ε., Στα σκαλοπάτια του Ουρανού (Αγγλοκρατία στην Κεφαλλονιά), Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2014, Παράρτημα σ. 423.

[3] Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, Απομνημονεύματα Επιγραφόμενα, Έκδοσις Τρίτη, υπό Γ.Ι. Παπούλα, εν Αθήναις, Υπό του τυπογραφείου Σπύρου Τσαγγάρη, 1900, σ. 45-46.

[4] Κορομηλάς Γ. Δ. λήμμα από αυτόν για τον Γερμανό. Βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τ. 8ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ» (Δρανδάκης), Αθήναι, σ. 249.

[5] Φιλήμων Ι, Προλεγόμενα, Α’ Έκδοσις, Απομνημονεύματα των Αγωνιστών του 1821, Παλαιών Πατρών Γερμανού, Ειδική έκδοση, 2α, Το Παρόν, σσ. 14-15.

[6] Λειβαδά Ε., Στα σκαλοπάτια του Ουρανού, ο.π. Παράρτημα, σ. 423.

[7] Φιλήμων Ι, Προλεγόμενα, Α’ Έκδοσις, Απομνημονεύματα των Αγωνιστών του 1821, Παλαιών Πατρών Γερμανού, ο.π. σσ. 14-15.

[8] Εννοείται αυτός που μισεί τον τύραννο.

[9] Φιλήμων Ι, Προλεγόμενα, Α’ Έκδοσις, Απομνημονεύματα των Αγωνιστών του 1821, Παλαιών Πατρών Γερμανού, ο.π. σ. 16-17. Η μεγάλη προσφορά των Ιονίων / Κεφαλλήνων αναφέρεται και στα Απομνημονεύματα του Π. Πατρών Βλ. Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, Απομνημονεύματα, ο.π. σ. 158-159.

[10] Φιλήμων Ι, Προλεγόμενα, Α’ Έκδοσις, Απομνημονεύματα των Αγωνιστών του 1821, Παλαιών Πατρών Γερμανού, ο.π. σ. 18.

[11] Κορομηλάς Γ. Δ. λήμμα από αυτόν για τον Γερμανό. Βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, ό.π. σ. 249.

[12] Μετά το μεγάλο κύρος που απέκτησε ο Κολοκοτρώνης όντας ο σπουδαίος νικητής του Δράμαλη, καθιερώθηκε ως αρχηγός των στρατιωτικών. Έτσι συγκροτήθηκαν δυο ισχυρά πολιτικά κόμματα. Το κατά Κοντάκη «Αρχοντικόν» και το «Καπετανίστικον», οι «άρχοντες» και οι «κλεφτοκαπεταναίοι» του Φωτάκου, οι «αριστοκρατικοί» και οι «Υψηλαντισταί»-«Κολοκοτρωνισταί» ή «στρατιωτικοί» ή «δημοκρατικοί» του Μ. Οικονόμου, οι «ολιγαρχικοί» και «δημοτικοί» του Σπηλιάδη, οι «ολιγαρχικοί» και «δημοκρατικοί» του Π. Πατρών Γερμανού, οι «πολιτικοί» και «πολεμικοί» του Περραιβού και του Σ. Τρικούπη. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, Έκδοση Παραπολιτικά, Αθήνα, 2000, Τ. 28, σ. 99 (Αλέξ. Δεσποτόπουλος).

[13] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, Έκδοση Παραπολιτικά, Αθήνα, 2000, Τ. 28, σ. 163 (Δέσποινα Κατηφόρη).

[14] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ο.π. Τ. 28, σ. 160 (Δέσποινα Κατηφόρη).

[15] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ο.π. Τ. 28, σ. 161 (Δέσποινα Κατηφόρη).

[16] Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, Απομνημονεύματα Επιγραφόμενα, ο.π., σ. 151.

[17] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ο.π. Τ. 28, σ. 128-132 και κυρίως 157-165(Δέσποινα Κατηφόρη).

[18] Κορομηλάς Γ. Δ. λήμμα από αυτόν για τον Γερμανό. Βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, ο.π. σ. 249

[19] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ο.π. Τ. 28, σ. 132 (Δέσποινα Κατηφόρη). Για την έναρξη όλων βλ. και Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, Ό.π. σ. 60 και περαιτέρω (ήτοι μετά την άφιξη του Δημ. Υψηλάντη –συνοδευόμενος από τον Γεώργιο Τυπάλδο και άλλους- στην Ύδρα τον Ιούνιο του 1821).

[20] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ο.π. Τ. 28, σ. 177 (Απόστολος Βακαλόπουλος).

[21] ΓΑΚ, Γραμματεία του Δικαίου. Φ. 27. http://srv-gak.att.sch.gr/browse/resource.html?tab=tab02&id=1966

[22] ΓΑΚ, Συλλογή Γιάννη Βλαχογιάννη, Φακ. 7. http://srv-gak.att.sch.gr/browse/resource.html?tab=tab02&id=482561. Βλ. κ. Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, Απομνημονεύματα, ο.π. σ. 211.

[23] «… ήτον ηναγκασμένος να περιπατή πεζός … επειδή ο δρόμος ήτο χιονοσκέπαστος» σημειώνει χαρακτηριστικά ο Σ. Ι. Βέριος. Καμπούρογλου Δημ. ο.π. σ. 99.

[24] Σπηλιάδης Ν., Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό Ν. Σπηλ., Εκδίδονται υπό Χ.Ν. Φιλαδελφέως, Αθήνησιν 1852, Τ. Β΄, σ. 207. Καμπούρογλου Δημήτριος Γρ., Μελέτη περί του βίου και της δράσεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού 1771-1826, τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήναι, 1916, σσ. 96-97.

[25] Καμπούρογλου Δημήτριος, ο.π. σ. 97.

[26] Φωτάκος, Απομνημονεύματα της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λαβύρινθος, Αθήνα, 2019, Τ. 2ος, σ. 3-7.

[27] Καμπούρογλου Δημήτριος, ο.π. σ. 99.

[28] «… αφέθη ελεύθερος κατά τινας τη διαταγή της Κυβερνήσεως, κατά τινας δε, τη επεμβάση παρά τω Γκούρα πολιτικού» Βλ. Καμπούρογλου, ο.π. σ. 98.

[29] ΓΑΚ, Γραμματεία του Δικαίου. Φ. 7. http://srv-gak.att.sch.gr/browse/resource.html?tab=01&id=1946

[30] Βλ. υποσ. ως άνω.

[31] ΓΑΚ, Αρχείο Εθνικού Ταμείου (περιόδου Αγώνος) [1822 - 1828], Φ. 23. http://srv-gak.att.sch.gr/browse/resource.html?tab=01&id=1599

[32] Καμπούρογλου Δημήτριος, ο.π. σ. 101-107 σχετικές υποσημειώσεις, ενώ επακολουθούν στον κυρίως κορμό οι χαρακτηρισμοί για τον ιεράρχη (σσ. 109-110).

leivada_banner copy.png